Minimal matter- Infinity of space

The movement of Minimalism (1960s decade), supporting the absolute minimum, aimed at a “real space” composed of “real materials” which were not parts but an entirety, an Idea. In Postmodernism though, neither matter, nor space, nor time are what they always were, therefore not even what we call “real”.

Minimalism in all its expressions (visual arts, dance and music) is defined through locational ambiguity. The ideological abstention from the representational function of objects-images, abstraction, recurring forms, industrial objects (influences from Suprematism and Constructivism) changed the classic spatial relations between background-form and spectator-artwork; these relations are now transferred outside the work, activating the space around it.

There is an introduction of multiple spaces (places/greek:topos) that we come across from the literary and architectural theory of postmodernism (deconstruction) up to the form of present-day media: the existence of an imposed situation of generalized communication without object, without body, which replaces the process of creation with the process of constant (changing) signification.

The issue revolves around the following reasoning: in Minimalism and later, what is the relationship of space concerning the medium (artistic object) with the space opened up by the medium itself and what role is played by the body-matter (as the object viewed and as a viewer-person). Chiefly, to what extent has it contributed through the fields of art and science, to our present “real” perception of the Arts and the world through the “potential field” of the Media?

And what different world today’s minimal art may offer, is this “real topos” only a genuenly emotional place?

Το κίνημα του Μινιμαλισμού (δεκαετία του 1960), διατείνοντας το απόλυτο ελάχιστο, στόχευε στο να δημιουργήσει «πραγματικό χώρο» από «πραγματικά υλικά», τα οποία αποτελούσαν μια ολότητα, μια Ιδέα. Στο μεταμοντερνισμό βέβαια,ούτε η ύλη, ούτε ο χώρος, ούτε ο χρόνος προσδιορίζονται το ίδιο, πόσο μάλλον αυτό που αποκαλούμε «πραγματικό».

Ο Μινιμαλισμός σε όλες του τις εκφάνσεις (εικαστικά, χορός, μουσική) χαρακτηρίζεται από μια τοπιακή απροσδιοριστία. Η ιδεολογική αποκάθαρση της αναπαραστατικής λειτουργίας της εικόνας, η αφαίρεση, τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα, τα βιομηχανικά υλικά (υπό την επιρροή του σουπρεματισμού και του κονστρουκτιβισμού) άλλαξαν την κλασική χωρική σχέση μεταξύ του φόντου- φόρμας και θεατή-έργου: αυτές οι σχέσεις πια μεταφέρονται έξω από το καλλιτέχνημα, στον περιρρέοντα χώρο. Εισάγεται η έννοια του πολλαπλού χώρου (οι τόποι) που συναντάμε από την αρχιτεκτονική θεωρία στο μεταμοντέρνο (αποδόμηση) μέχρι τη μορφή των σημερινών μέσων επικοινωνίας- την ύπαρξη μιας κατάστασης γενικευμένης επικοινωνίας χωρίς αντικείμενο, χωρίς σώμα, που αντικαθιστά τη διαδικασία δημιουργίας με τη διαδικασία συνεχούς (εναλλαγής) σημειολογίας.

Το ζήτημα περιστρέφεται γύρω από το εξής: από το Μινιμαλισμό και μετά, ποια είναι η σχέση του χώρου (σε σχέση με το μέσο-καλλιτέχνημα) με το χώρο που διανοίγεται από το μέσο το ίδιο και ποιος ο ρόλος του σώματος – ύλης (όπως θεωρείται από το άτομο). Κυρίως, σε ποια έκταση έχει διαμορφωθεί μέσα από τα πεδία των τεχνών και των επιστημών η δική μας «πραγματική» αντίληψη της τέχνης και του κόσμου μέσα από τα Μέσα;

Και ποιόν καινούργιο κόσμο μπορεί να προσφέρει η σημερινή ελάχιστη τέχνη, είναι αυτός ο «πραγματικός τόπος» ένα εγγενές σημείο επαφής με το συναίσθημα;

(Zane Balode, Notning Superfluous, 2013-2014)

(Zane Balode, Islands, 2014-2015)

(Zane Balode, Gleznas, 2012)

Related posts...